1. Dictionary
  2. α
  3. Αὔγουστος

Αὔγουστος

Word
Αὔγουστος, -ου, ὁ (Augoustos)
Gloss
  • Augustus
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 828
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
Verses

Noun Forms

Singular
Αὔγουστος
του Αὐγούστου
τῳ Αὔγουστῳ
τον Αὔγουστον