1. Home
  2. Dictionary
  3. γ
  4. Γαλατικός

Γαλατικός

Word
Γαλατικός, -ή, -όν (Galatikos)
Gloss
  • Galatian
  • belonging to the province Galatia
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 1054
Word Frequency
  • Byzantine NT: 2
  • Nestle 1904: 2
Syllables
Γα·λα·τι·κός Ga·la·ti·kos

Adjective Forms

Feminine
Γαλατικα
Γαλατικας
Γαλατικα
Γαλατικήν
Γαλατικαι
Γαλατικων
Γαλατικαις
Γαλατικας