1. Home
  2. Dictionary
  3. γ
  4. Γερασηνός

Γερασηνός

Word
Γερασηνός, -ή, -όν (Gerasēnos)
Gloss
  • Gerasene
Part of Speech
Adjective
Word Frequency
  • Nestle 1904: 3
Syllables
Γε·ρα·ση·νός Ge·ra·sē·nos

Adjective Forms

Masculine
Γερασηνος
Γερασηνου
Γερασηνω
Γερασηνον
Γερασηνοι
Γερασηνῶν
Γερασηνοις
Γερασηνους