1. Home
  2. Dictionary
  3. γ
  4. Γεργεσηνός

Γεργεσηνός

Word
Γεργεσηνός, -ή, -όν (Gergesēnos)
Gloss
  • from Gerasene
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 1086
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
Syllables
Γερ·γε·ση·νός Ger·ge·sē·nos

Adjective Forms

Masculine
Γεργεσηνοςος
Γεργεσηνοςου
Γεργεσηνοςω
Γεργεσηνοςον
Γεργεσηνοςοι
Γεργεσηνῶν
Γεργεσηνοςοις
Γεργεσηνοςους

Usage in Biblical Text