1. Home
  2. Dictionary
  3. θ
  4. Θεσσαλονικεύς

Θεσσαλονικεύς

Word
Θεσσαλονικεύς, -έως, ὁ (Thessalonikeus)
Gloss
  • Thessalonian
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 2331
Word Frequency
  • Nestle 1904: 4
  • Byzantine NT: 4

Noun Forms

Singular
Θεσσαλονικευς
τοῦ Θεσσαλονικέως
τῳ
τόν
Plural
οἱ
τῶν Θεσσαλονικέων
τοῖς
τούς