1. Dictionary
  2. κ
  3. Κάρπος

Search Bible Vocabulary

Κάρπος

Κάρπος
τουΚάρπου
τῳΚάρπῳ
τονΚάρπον
οἱΚάρποι
τωνΚάρπων
τοιςΚάρποις
τουςΚάρπους