1. Dictionary
  2. κ
  3. Κανδάκη

Search Bible Vocabulary

Κανδάκη

Κανδάκη
τηςΚανδάκης
τῃΚανδάκῃ
τηνΚανδάκην
αἱΚανδάκαι
τωνΚανδάκων
ταιςΚανδάκαις
ταςΚανδάκας