1. Dictionary
  2. Μίλητος

Μίλητος

Word
Μίλητος, -ου, ἡ (Milētos)
Gloss
  • Miletus
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3399
Word Frequency
  • Nestle 1904: 3
  • Byzantine NT: 3

Noun Forms

Singular
Μίλητος
της Μιλήτου
τῃ Μιλήτῳ
την Μίλητον