1. Dictionary
  2. Μιτυλήνη

Μιτυλήνη

Word
Μιτυλήνη, -ης, ἡ (Mitulēnē)
Gloss
  • Mitylene
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3412
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1

Noun Forms

Singular
Μιτυλήνη
της Μιτυλήνης
τῃ Μιτυλήνῃ
την Μιτυλήνην

Usage in Biblical Text