1. Dictionary
  2. ν
  3. Ναζαρηνός

Ναζαρηνός

Word
Ναζαρηνός, -οῦ, ὁ (Nazarēnos)
Gloss
  • Nazarene
  • of Nazareth
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3479
Word Frequency
  • Byzantine NT: 4
  • Nestle 1904: 6

Noun Forms

Singular
Ναζαρηνός
του Ναζαρηνοῦ
τῳ Ναζαρηνῳ
τον Ναζαρηνόν