1. Dictionary
  2. Ναζωραῖος

Ναζωραῖος

Word
Ναζωραῖος, -ου, ὁ (Nazōraios)
Gloss
  • Nazarene
  • inhabitant of Nazareth
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3480
Word Frequency
  • Nestle 1904: 13
  • Byzantine NT: 15

Noun Forms

Singular
Ναζωραῖος
του Ναζωραίου
τῳ Ναζωραῖῳ
τον Ναζωραῖον
Plural
οἱ Ναζωραῖοι
των Ναζωραίων
τοις Ναζωραῖοις
τους Ναζωραῖους