1. Dictionary
  2. ν
  3. Νικάνωρ

Search Bible Vocabulary

Νικάνωρ

Νικάνωρ
τουΝικάνορος
τῳΝικάνορι
τονΝικάνορα
οἱundefined
τωνundefined
τοιςundefined
τουςundefined