1. Dictionary
  2. Νικολαΐτης

Νικολαΐτης

Word
Νικολαΐτης, -ου, ὁ (Nikolaΐtēs)
Gloss
  • Nicolaitan
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3531
Word Frequency
  • Byzantine NT: 2
  • Nestle 1904: 2

Noun Forms

Plural
οἱ Νικολαΐτοι
των Νικολαϊτῶν
τοις Νικολαΐτοις
τους Νικολαΐτους