1. Home
  2. Dictionary
  3. α
  4. αἷμα

αἷμα

Word
αἷμα, -τος, τό (aima)
Gloss
  • blood
Part of Speech
Noun
Word Frequency
  • Byzantine NT: 98
  • Nestle 1904: 97
Syllables
αἷ·μα ai·ma
Strongs Number
  • 129

Noun Forms

Singular
τό αἷμα
τοῦ αἵματος
τῷ αἵματι
τό αἷμα
Plural
τά αἵματα
τῶν αἱμάτων
τοῖς αἵμασιν
τά αἵματα

Usage in Biblical Text