1. Dictionary
  2. α
  3. αὐστηρός

αὐστηρός

Word
αὐστηρός, -ά, -όν (austēros)
Gloss
  • strict
  • exacting
  • grim
  • severe
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 840
Word Frequency
  • Byzantine NT: 2
  • Nestle 1904: 2

Adjective Forms

Masculine
αὐστηρός
αὐστηρου
αὐστηρῳ
αὐστηρότερον
αὐστηροι
αὐστηρων
αὐστηροις
αὐστηρους