1. Dictionary
  2. α
  3. αὐτοκατάκριτος

αὐτοκατάκριτος

Word
αὐτοκατάκριτος, -ον:self-condemned: (autokatakritos)
Gloss
  • self-condemned
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 843
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1
Verses

Adjective Forms

Masculine
αὐτοκατάκριτος
αὐτοκατάκριτου
αὐτοκατάκριτῳ
αὐτοκατάκριτον
αὐτοκατάκριτοι
αὐτοκατάκριτων
αὐτοκατάκριτοις
αὐτοκατάκριτους