1. Dictionary
  2. α
  3. αὐτόπτης

αὐτόπτης

Word
αὐτόπτης, -ου, ὁ (autoptēs)
Gloss
  • eyewitness
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 845
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1
Verses

Noun Forms

Plural
οἱ αὐτόπται
των αὐτόπτων
τοις αὐτόπτοις
τους αὐτόπτους