1. Dictionary
  2. β
  3. βάθος

βάθος

Word
βάθος, -ους, τό (bathos)
Gloss
  • depth
  • deep
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 899
Word Frequency
  • Byzantine NT: 8
  • Nestle 1904: 8

Noun Forms

Singular
το βάθος
του βάθους
τῳ βάθῳ
το βάθος
Plural
τα βάθοι
του βάθων
τῳ βάθοις
τα βάθη