1. Dictionary
  2. β
  3. βάπτισμα

βάπτισμα

Word
βάπτισμα, -τος, τό (baptisma)
Gloss
  • baptism
  • rite or ceremony of baptism
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 908
Word Frequency
  • Byzantine NT: 22
  • Nestle 1904: 20

Noun Forms

Singular
το βαπτισμα
του βαπτισματος
τῳ βαπτισματι
το βάπτισμα