1. Dictionary
  2. β
  3. βαθμός

βαθμός

Word
βαθμός, -οῦ, ὁ (bathmos)
Gloss
  • step
  • grade
  • stage
  • position
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 898
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1

Noun Forms

Singular
βαθμός
του βαθμου
τῳ βαθμῳ
τον βαθμόν
Plural
οἱ βαθμοι
των βαθμων
τοις βαθμοις
τους βαθμούς