1. Dictionary
  2. β
  3. βαλλάντιον

βαλλάντιον

Word
βαλλάντιον, -ου, τό (ballantion)
Gloss
  • purse
  • money bag
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 905
Word Frequency
  • Byzantine NT: 4
  • Nestle 1904: 4

Noun Forms

Singular
το βαλλάντιον
του βαλαντιου
τῳ βαλλαντίῳ
το βαλαντιον
Plural
τα βαλλάντιοι
του βαλλάντιων
τῳ βαλλάντιοις
τα βαλαντια