1. Dictionary
  2. β
  3. βαπτισμός

βαπτισμός

Word
βαπτισμός, -οῦ, ὁ (baptismos)
Gloss
  • washing
  • cleansing
  • baptism
  • dipping
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 909
Word Frequency
  • Byzantine NT: 4
  • Nestle 1904: 3

Noun Forms

Plural
οἱ βαπτισμοι
των βαπτισμῶν
τοις βαπτισμοῖς
τους βαπτισμούς