1. Home
  2. Dictionary
  3. β
  4. βοτάνη

βοτάνη

Word
βοτάνη, -ης, ἡ (botanē)
Gloss
  • herb
  • plant
  • vegetation
  • fodder
  • food
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 1008
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1
Syllables
βο·τά·νη bo·ta·nē

Noun Forms

Singular
βοτάνη
τῆς βοτανης
τῇ βοτάνῃ
τήν βοτάνην