1. Home
  2. Dictionary
  3. β
  4. βουνός

βουνός

Word
βουνός, -οῦ, ὁ (bounos)
Gloss
  • hill
  • hillock
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 1015
Word Frequency
  • Byzantine NT: 2
  • Nestle 1904: 2
Syllables
βου·νός bou·nos

Noun Forms

Singular
βουνός
τοῦ βουνοῦ
τῷ βουνῷ
τόν βουνόν
Plural
οἱ βουνοί
τῶν βουνῶν
τοῖς βουνοῖς
τούς βουνούς

Usage in Biblical Text