1. Home
  2. Dictionary
  3. β
  4. βούλημα

βούλημα

Word
βούλημα, -τος, τό (boulēma)
Gloss
  • purpose
  • will
  • intention
  • desire
  • counsel
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 1013
Word Frequency
  • Nestle 1904: 3
  • Byzantine NT: 2
Syllables
βού·λη·μα bou·lē·ma

Noun Forms

Singular
τό βούλημα
τοῦ βουλήματος
τῷ βουλήματι
τό βούλημα
Plural
τά βουληματα
τῶν βουληματων
τοῖς βουλήμασιν
τά βουληματα

Usage in Biblical Text