1. Home
  2. Dictionary
  3. β
  4. βραδύς

βραδύς

Word
βραδύς, -εῖα, -ύ (bradus)
Gloss
  • slow
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 1021
Word Frequency
  • Byzantine NT: 3
  • Nestle 1904: 3
Syllables
βρα·δύς bra·dus

Adjective Forms

Masculine
βραδύς
βραδου
βραδω
βραδον
βραδεῖς
βραδων
βραδοις
βραδους