1. Home
  2. Dictionary
  3. β
  4. βραχίων

βραχίων

Word
βραχίων, -ονος, ὁ (brachiōn)
Gloss
  • arm
  • strength
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 1023
Word Frequency
  • Byzantine NT: 3
  • Nestle 1904: 3
Syllables
βρα·χί·ων bra·chi·ōn

Noun Forms

Singular
βραχίων
τοῦ βραχίονος
τῷ βραχίονι
τόν βραχίονα
Plural
οἱ βραχίονες
τῶν βραχιόνων
τοῖς βραχίοσιν
τούς βραχίονας