1. Home
  2. Dictionary
  3. β
  4. βραχύς

βραχύς

Word
βραχύς, -εια, -ύ (brachus)
Gloss
  • short
  • little
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 1024
Word Frequency
  • Byzantine NT: 7
  • Nestle 1904: 7
Syllables
βρα·χύς bra·chus

Adjective Forms

Masculine
βραχος
βραχου
βραχεῖ
βραχύν
βραχοι
βραχων
βραχοις
βραχεῖς
Feminine
βραχα
βραχείας
βραχα
βραχεῖαν
βραχαι
βραχων
βραχαις
βραχας
Neuter
βραχον
βραχου
βραχεῖ
βραχύ
βραχα
βραχέων
βραχοις
βραχέα