1. Home
  2. Dictionary
  3. β
  4. βρόχος

βρόχος

Word
βρόχος, -ου, ὁ (brochos)
Gloss
  • noose
  • noose or snare
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 1029
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1
Syllables
βρό·χος bro·chos

Noun Forms

Singular
βρόχος
τοῦ βροχου
τῷ βροχω
τόν βρόχον
Plural
οἱ βροχοι
τῶν βρόχων
τοῖς βρόχοις
τούς βρόχους

Usage in Biblical Text