1. Home
  2. Dictionary
  3. β
  4. βρώσιμος

βρώσιμος

Word
βρώσιμος, -ον (brōsimos)
Gloss
  • eatable
  • suitable for food
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 1034
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1
Syllables
βρώ·σι·μος brō·si·mos

Adjective Forms

Neuter
βρώσιμον
βρωσιμου
βρωσιμω
βρώσιμον
βρωσιμα
βρωσιμων
βρωσιμοις
βρωσιμα

Usage in Biblical Text