1. Home
  2. Dictionary
  3. β
  4. βρῶμα

βρῶμα

Word
βρῶμα, -τος, τό (brōma)
Gloss
  • food
  • food of any kind
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 1033
Word Frequency
  • Byzantine NT: 17
  • Nestle 1904: 17
Syllables
βρῶ·μα brō·ma

Noun Forms

Singular
τό βρῶμα
τοῦ βρώματος
τῷ βρώματι
τό βρῶμα
Plural
τά βρώματα
τῶν βρωμάτων
τοῖς βρώμασιν
τά βρώματα

Usage in Biblical Text