1. Home
  2. Dictionary
  3. γ
  4. γάλα

γάλα

Word
γάλα, -γαλακτος, τό (gala)
Gloss
  • milk
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 1051
Word Frequency
  • Byzantine NT: 5
  • Nestle 1904: 5
Syllables
γά·λα ga·la

Noun Forms

Singular
τό γάλα
τοῦ γάλακτος
τῷ γάλακτι
τό γάλα

Example Pictures