1. Dictionary
  2. γένεσις

γένεσις

Word
γένεσις, -εως, ἡ (genesis)
Gloss
  • origin
  • birth
  • genealogy
  • lineage
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 1078
Word Frequency
  • Nestle 1904: 5
  • Byzantine NT: 3

Noun Forms

Singular
γένεσις
της γενέσεως
τῃ γενέσει
την γένεσιν
Plural
αἱ γενέσεις
των
ταις γενέσεσιν
τας γενέσεις