1. Home
  2. Dictionary
  3. γ
  4. γέννημα

γέννημα

Word
γέννημα, -τος, τό (gennēma)
Gloss
  • offspring
  • child
  • brood
  • fruit
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 1081
Word Frequency
  • Nestle 1904: 8
  • Byzantine NT: 9
Syllables
γέν·νη·μα gen·nē·ma

Noun Forms

Singular
τό γέννημα
τοῦ γενήματος
τῷ γεννηματι
τό γέννημα
Plural
τά γενήματα
τῶν γεννηματων
τοῖς γεννήμασιν
τά γενήματα