1. Home
  2. Dictionary
  3. γ
  4. γαζοφυλάκιον

γαζοφυλάκιον

Word
γαζοφυλάκιον, -ου, τό (gazophulakion)
Gloss
  • treasury
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 1049
Word Frequency
  • Nestle 1904: 5
  • Byzantine NT: 5
Syllables
γα·ζο·φυ·λά·κι·ον ga·zo·phu·la·ki·on

Noun Forms

Singular
τό γαζοφυλάκιον
τοῦ γαζοφυλακίου
τῷ γαζοφυλακίῳ
τό γαζοφυλάκιον
Plural
τά γαζοφυλάκια
τῶν γαζοφυλακίων
τοῖς γαζοφυλακίοις
τά γαζοφυλάκια