1. Home
  2. Dictionary
  3. γ
  4. γενέσια

γενέσια

Word
γενέσια, -ων, τό (genesia)
Gloss
  • birthday celebration
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 1077
Word Frequency
  • Byzantine NT: 2
  • Nestle 1904: 2
Syllables
γε·νέ·σι·α ge·ne·si·a

Noun Forms

Singular
τό γενέσια
τοῦ γενεσης
τῷ γενεση
τό γενέσια
Plural
τά γενεσαι
τῶν γενεσίων
τοῖς γενεσίοις
τά γενεσας