1. Home
  2. Dictionary
  3. γ
  4. γεννητός

γεννητός

Word
γεννητός, -ή, -όν (gennētos)
Gloss
  • born
  • begotten
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 1084
Word Frequency
  • Byzantine NT: 2
  • Nestle 1904: 2
Syllables
γεν·νη·τός gen·nē·tos

Adjective Forms

Masculine
γεννητός
γεννητου
γεννητω
γεννητον
γεννητοι
γεννητων
γεννητοῖς
γεννητους