1. Home
  2. Dictionary
  3. γ
  4. γλωσσόκομον

γλωσσόκομον

Word
γλωσσόκομον, -ου, τό (glōssokomon)
Gloss
  • money box
  • bag
  • purse
  • box
  • chest
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 1101
Word Frequency
  • Byzantine NT: 2
  • Nestle 1904: 2
Syllables
γλωσ·σό·κο·μον glōs·so·ko·mon

Noun Forms

Singular
τό γλωσσόκομον
τοῦ γλωσσοκομου
τῷ γλωσσοκομω
τό γλωσσόκομον