1. Home
  2. Dictionary
  3. γ
  4. γνωρίζω

γνωρίζω

Word
γνωρίζω (gnōrizō)
Gloss
  • make known
  • declare
  • know
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 1107
Word Frequency
  • Byzantine NT: 24
  • Nestle 1904: 26
Syllables
γνω·ρί·ζω gnō·ri·zō

Verb Forms

Present
Active
γνωρίζω
γνωριζεις
γνωριζει
γνωρίζομεν
γνωριζετε
γνωριζουσιν
Future
Active
γνωρίσω
γνωριεῖς
γνωρίσει
γνωριοῦμεν
γνωριεῖτε
γνωρίσουσιν
Aorist
Active
ἐγνώρισα
ἐγνώρισας
ἐγνώρισεν
ἐγνωρίσαμεν
εγνωρισατε
ἐγνώρισαν
Present
Middle/Passive
γνωριζομαι
γνωριζη
γνωρίζεται
γνωριζομεθα
γνωριζεσθε
γνωριζονται
Aorist
Passive
ἐγνωρίσθην
εγνωριζθης
ἐγνωρίσθη
εγνωριζθημεν
εγνωριζθητε
εγνωριζθησαν
Perfect
Middle/Passive


ἐγνώρισται



Subjunctive
Present
γνωρίζηται
Subjunctive
Aorist
γνωρίσω
γνωρισθῇς
γνωρίσῃ
γνωρίσητε
γνωρίσωσιν
Infinitive
Aorist
γνωρίσαι

Usage in Biblical Text