1. Home
  2. Dictionary
  3. γ
  4. γνωστός

γνωστός

Word
γνωστός, -ή, -όν (gnōstos)
Gloss
  • known
  • acquaintance
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 1110
Word Frequency
  • Byzantine NT: 15
  • Nestle 1904: 15
Syllables
γνω·στός gnō·stos

Adjective Forms

Masculine
γνωστός
γνωστου
γνωστω
γνωστόν
γνωστοί
γνωστων
γνωστοῖς
γνωστούς
Feminine
γνωστή
γνωστας
γνωστα
γνωσταν
γνωσταί
γνωστων
γνωσταις
γνωστας
Neuter
γνωστόν
γνωστου
γνωστω
γνωστόν
γνωστά
γνωστων
γνωστοις
γνωστά

Usage in Biblical Text