1. Home
  2. Dictionary
  3. γ
  4. γνώστης

γνώστης

Word
γνώστης, -ου, ὁ (gnōstēs)
Gloss
  • expert
  • one who knows
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 1109
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1
Syllables
γνώ·στης gnō·stēs

Noun Forms

Singular
γνώστης
τοῦ
τῷ
τόν γνώστην
Plural
οἱ
τῶν
τοῖς
τούς γνώστας