1. Home
  2. Dictionary
  3. γ
  4. γράμμα

γράμμα

Word
γράμμα, -τος, τό (gramma)
Gloss
  • letter
  • writings
  • learning
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 1121
Word Frequency
  • Byzantine NT: 15
  • Nestle 1904: 14
Syllables
γράμ·μα gram·ma

Noun Forms

Singular
τό γράμμα
τοῦ γράμματος
τῷ γράμματι
τό γράμμα
Plural
τά γράμματα
τῶν γραμμάτων
τοῖς γράμμασιν
τά γράμματα

Usage in Biblical Text