1. Home
  2. Dictionary
  3. γ
  4. γραμματεύς

γραμματεύς

Word
γραμματεύς, -έως, ὁ (grammateus)
Gloss
  • scribe
  • town clerk
  • man of learning
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 1122
Word Frequency
  • Byzantine NT: 67
  • Nestle 1904: 63
Syllables
γραμ·μα·τεύς gram·ma·teus

Noun Forms

Singular
γραμματεύς
τοῦ γραμματέως
τῷ γραμματεῖ
τόν γραμματέα
Plural
οἱ γραμματεῖς
τῶν γραμματέων
τοῖς γραμματεῦσιν
τούς γραμματεῖς

Usage in Biblical Text

Example Pictures