1. Dictionary
  2. γυνή

γυνή

Word
γυνή, -αικός, ἡ (gunē)
Gloss
  • woman
  • wife
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 1135
Word Frequency
  • Nestle 1904: 214
  • Byzantine NT: 220

Noun Forms

Singular
γυνή
της γυναικός
τῃ γυναικί
την γυναῖκά
Plural
αἱ γυναῖκές
των γυναικῶν
ταις γυναιξίν
τας γυναῖκάς

Usage in Biblical Text