1. Home
  2. Dictionary
  3. γ
  4. γυναικάριον

γυναικάριον

Word
γυναικάριον, -ου, τό (gunaikarion)
Gloss
  • little
  • idle or foolish woman
  • woman
  • poor weak woman
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 1133
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1
  • Byzantine NT: 1
Syllables
γυ·ναι·κά·ρι·ον gu·nai·ka·ri·on

Noun Forms

Singular
τό γυναικάριον
τοῦ γυναικαριου
τῷ γυναικαριω
τό γυναικάριον
Plural
τά γυναικάρια
τῶν γυναικαριων
τοῖς γυναικαριοις
τά γυναικάρια