1. Home
  2. Dictionary
  3. γ
  4. γόνυ

γόνυ

Word
γόνυ, -ατος, τό (gonu)
Gloss
  • knee
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 1119
Word Frequency
  • Byzantine NT: 12
  • Nestle 1904: 12
Syllables
γό·νυ go·nu

Noun Forms

Singular
τό γόνυ
τοῦ γονυος
τῷ γόνασιν
τό γόνυ
Plural
τά γόνατα
τῶν γονάτων
τοῖς γόνασιν
τά γόνατα