1. Home
  2. Dictionary
  3. δ
  4. δάκτυλος

δάκτυλος

Word
δάκτυλος, -ου, ὁ (daktulos)
Gloss
  • finger
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 1147
Word Frequency
  • Byzantine NT: 8
  • Nestle 1904: 8
Syllables
δά·κτυ·λος da·ktu·los

Noun Forms

Singular
δάκτυλος
τοῦ δακτύλου
τῷ δακτύλῳ
τόν δάκτυλον
Plural
οἱ δάκτυλοι
τῶν δακτύλων
τοῖς δακτύλοις
τούς δακτύλους