1. Home
  2. Dictionary
  3. δ
  4. δάμαλις

δάμαλις

Word
δάμαλις, -εως, ἡ (damalis)
Gloss
  • heifer
  • young cow
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 1151
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1
Syllables
δά·μα·λις da·ma·lis

Noun Forms

Singular
δάμαλις
τῆς δαμάλεως
τῇ δαμάλει
τήν δάμαλιν
Plural
αἱ δαμάλεις
τῶν δαμάλεων
ταῖς δαμάλεσιν
τάς δαμάλεις