1. Home
  2. Dictionary
  3. δ
  4. δέσμιος

δέσμιος

Word
δέσμιος, -ου, ὁ (desmios)
Gloss
  • prisoner
  • one bound
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 1198
Word Frequency
  • Nestle 1904: 16
  • Byzantine NT: 16

Noun Forms

Singular
δέσμιος
τοῦ δεσμιου
τῳ δεσμιω
τόν δέσμιον
Plural
οἱ δέσμιοι
τῶν δεσμίων
τοῖς δεσμίοις
τούς δεσμίους

Usage in Biblical Text