Biblical Greek Dictionary

  1. Dictionary
  2. δ
  3. δίστομος

δίστομος

Word
δίστομος, -ον:two-edged:
Transliteration
distomos
Gloss
  • two-edged
Strongs Number
  • 1366

Dictionary pages are a work in progress. Please note that the declension tables are not yet completely accurate. Check back soon.

Adjective Forms

Masculine
δίστομος
δίστομου
δίστομῳ
δίστομον
δίστομοι
δίστομων
δίστομοις
δίστομους
Feminine
δίστομος
διστόμου
δίστομῳ
δίστομον
δίστομοι
δίστομων
δίστομοις
δίστομους
Neuter
δίστομον
δίστομου
δίστομῳ
δίστομον
δίστομα
δίστομων
δίστομοις
δίστομα